Depeche Mode: This Song Is Not About You

Κάθε φορά που το ακούς θυμάσαι τον πρώτο σου έρωτα: ήσουν Γ’ γυμνασίου και γέμιζες το θρανίο με τους στίχους του “Little 15”. Ήταν και εκείνες οι διακοπές στην Αμοργό με φίλους, που δεν είχατε φράγκο και τη βγάζατε στην παραλία με καρπούζι και μπύρες, αλλά ήταν οι καλύτερες «just can’t get enough» στιγμές της ζωής σου. Και τώρα μένεις χωρίς δουλειά, εκείνος ξαναγύρισε στην πρώην του, άδειασες μέσα σε μια μέρα, αγκομαχάς πάνω από το “Suffer Well” και περιμένεις κάποιον «to hear your prayers, someone who cares». Και όμως, τίποτα από όλα αυτά δε γράφτηκε για σένα...

Μάρω Αγγελοπούλου
Μάρω Αγγελοπούλου

φωτογραφία: Dean Chalkley

* προσαρμοσμένη αναδημοσίευση από άρθρο που πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Sonik

Just Can’t Get Enough (1981)

Σάρωσε ως το απόλυτο κέφι των 1980s, μια διασκεδαστική έκρηξη διάρκειας 6:44 λεπτών, που όριζε και συνόψιζε όλο το μεδούλι της synth pop. Απείρως αστραφτερότερο απ’ οτιδήποτε επακολούθησε δισκογραφικά (πριν δηλαδή αναλάβει ο Martin Gore καθήκοντα στιχουργίας/σύνθεσης και, ως εκ τούτου, γίνουν πιο σοφιστικέ οι Depeche Mode), εύλογα έγινε μεγάλη επιτυχία χάρη στον Vince Clarke –ήταν και το τελευταίο τραγούδι που συνέθεσε για το συγκρότημα (αργότερα προσχώρησε στους Yazoo και στους Erasure). 

Ο Daniel Miller, παραγωγός τους εκείνη την περίοδο, προσπαθούσε να αποδώσει το γκρουπ ως ένα 1980s electronica σύμφυρμα των Ramones και των Beach Boys, με ταχείς ρυθμούς και απλά riffs. Στη βάση αυτή ο Clarke –20 χρονών τότε– βασίστηκε σε προσωπικό του βίωμα και απέδωσε τόσο στη σύνθεση όσο και στιχουργικά τον ανθό της ανεμελιάς και τη χαρά του ερωτεύεσθαι. Εκτός του αψεγάδιαστου original mix, το κομμάτι κυκλοφόρησε και σε schizo mix που συμπεριλήφθηκε στο άλμπουμ Speak Αnd Spell

Little 15 (1987)

Εσφαλμένα θεωρήθηκε ότι περιγράφει τη σχέση ενός μεσήλικα με ένα νεότερο κορίτσι, στην πραγματικότητα όμως ήταν το αντίθετο: πατώντας στα χνάρια του Sweet Bird of Youth του Tennessee Williams (1959), ήταν ένα ερωτικό παραλήρημα μιας μεγαλύτερης σε ηλικία γυναίκας για ένα 15χρονο αγόρι, μέσα από το οποίο προσπαθεί μάταια να αναβιώσει τη δική της, χαμένη νιότη. 

Αρχικά, το “Little 15” δεν επρόκειτο καν να κυκλοφορήσει ως single (εν τέλει κυκλοφόρησε το 1987, αλλά μόνο στη Γαλλία)· μάλιστα, τελευταία στιγμή προστέθηκε στο άλμπουμ Music For The Masses. Η εύθραυστη ερμηνεία του Dave Gahan, η λεπτοδουλεμένη ενορχήστρωση και τα διακεκομμένα έγχορδα έστησαν το τραγούδι που έμελλε να λογίζεται ως η πιο goth rock σύνθεση των Depeche Mode.

Personal Jesus (1989)

Η καμπάνια που προηγήθηκε της κυκλοφορίας του, με τίτλο «Your Own Personal Jesus» ήταν τουλάχιστον εμπνευσμένη: μια απλή διαφημιστική καταχώρηση στις προσωπικές αγγελίες, σε όλες τις τοπικές βρετανικές εφημερίδες, με ένα νούμερο τηλεφώνου, στο οποίο καλούσες και ...άκουγες το τραγούδι! Το γεγονός βοήθησε το single να ανέβει στο #13 των βρετανικών καταλόγων, άνοιξε τις πύλες της αμερικανικής αγοράς (όπου έγινε χρυσό), αλλά έγειρε και ερωτήματα για το νόημα των στίχων. 

Ακόμα και η σκληροπυρηνική βάση των οπαδών είχε οδηγηθεί τότε σε μια τριχοτομημένη αποκωδικοποίηση: κάποιοι δηλαδή ανέλυαν την υποτιθέμενα άμεση σχέση του τραγουδιού με τη θρησκεία, άλλοι πίστευαν ότι μιλούσε για τις ανθρώπινες σχέσεις, ενώ μια τρίτη άποψη υποστήριζε ότι αναφερόταν στην εξάρτηση του Dave Gahan από τα ναρκωτικά –όπως και το “Sweetest Perfection”, το οποίο επίσης συμπεριλαμβανόταν στο άλμπουμ Violator (1990). 

Η αλήθεια ήρθε αργότερα, δια στόματος Martin Gore: «Το έγραψα όταν διάβασα το βιβλίο της Priscilla Presley “Elvis and Me”, όπου περιέγραφε τη σχέση τους. Το τραγούδι είναι ακριβώς αυτό, το να είσαι σαν τον Ιησού για κάποιον, να του δίνεις ελπίδα και φροντίδα. Είναι για το πώς ο Elvis ήταν ο μέντορας και ο άντρας της, κάτι που συμβαίνει συχνά στις ερωτικές σχέσεις. Aν και αυτό δεν είναι πολύ ισορροπημένο…».

Walking In My Shoes (1993)

Στη Θεία Κωμωδία, ο Δάντης περιγράφει την Κόλαση ως έχουσα κωνοειδή μορφή, αποτελούμενη από εννέα κύκλους –έναν για κάθε αμαρτία, με την τιμωρία να επιβάλλεται ανάλογα με τη βαρύτητα έκαστης. Επηρεασμένος από το συγκεκριμένο κεφάλαιο, αλλά και από τις μάταιες προσπάθειες να βοηθήσει τον Dave Gahan να ξεφύγει από την ηρωίνη και την αυτοσυντριβή, ο Martin Gore συνέθεσε το 28ο single του συγκροτήματος. 

Το 7ιντσο single, σε αντίθεση με την εκδοχή που περιλήφθηκε στο άλμπουμ Songs Οf Faith Αnd Devotion, ήταν πιο στριγγό, ενδυναμώνοντας την ήδη δραματική ερμηνεία του Gahan. Όσο για τις δύο 12ιντσες εκδοχές, διαθέτουν τα μνημειώδη remixes των Johnny Dollar/Portishead (σε πιο αργούς ρυθμούς) και William Orbit (με παραμορφωμένες μπασογραμμές και breakbeats). 

Για το δε βιντεοκλίπ, ο σκηνοθέτης Anton Corbijn (U2, Nirvana) χρησιμοποίησε την επιρροή του Gore από την Κόλαση του Δάντη, αν και το MTV απέσυρε τελικά το στιγμιότυπο που έδειχνε τον Gore, τον Andy Fletcher και τον Alan Wilder με τρεις γυμνές γυναίκες. Εντούτοις, η αυθεντική εκδοχή κυκλοφόρησε στις συλλογές με τα βιντεοκλίπ των Depeche Mode. 

It’s No Good (1997)

Μέχρι το 1996, οι Depeche Mode βρίσκονταν στα πρόθυρα διάλυσης. Ο Dave Gahan ήταν λιώμα από την ηρωίνη, με αποτέλεσμα να μη μπορεί καν να πιάσει το μικρόφωνο, ο Martin Gore έκανε ό,τι ήταν δυνατό να κρατήσει τη μπάντα, μα την ίδια στιγμή ξεσπούσαν θηριώδεις καυγάδες με τον Andy Fletcher (ο Alan Wilder είχε ήδη εγκαταλείψει το 1995). Ωστόσο, μια υπερβολική δόση του Gahan από ανάμιξη ηρωίνης και κοκαΐνης που τον έριξε σε κώμα για 2 λεπτά, έγινε αιτία να γεννηθεί ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά τραγούδια του βρετανικού γκρουπ. 

Μιλώντας αργότερα στον Martin Gore για την εμπειρία, ο Gahan είπε ότι είδε σε όραμα την τότε φιλενάδα του (και μετέπειτα σύζυγό του) Jennifer Sklias να τον καλεί πίσω στη ζωή, λέγοντας ότι δεν θα είναι ευτυχισμένος αν μείνει μακριά της «and come running to my open arms». Αμέσως μετά, ο Gore έγραψε το “It’s No Good”. Το άλμπουμ Ultra κυκλοφόρησε μετά την αποτοξίνωση του Gahan, αφού χρειάστηκε να επαναλάβει μαθήματα φωνητικής ώστε να ξαναβρεί τη φόρμα του. 

Dream On (2001)

Θα μπορούσε να είναι το αδελφάκι του “Personal Jesus”. Με ακουστική κιθάρα και ρυθμικά synths, αποδεικνύεται μια σταθερή folktronika αξία, η οποία ψιλοπαίζει μεν στα όρια της synth pop, αλλά ουδόλως ανήκει στις ακμαίες ημέρες αυτής. 

Οι μεταφορικές εικόνες των στίχων, με το live fast/die young νόημα, είναι μια ακριβής περιγραφή του εθισμού του Gahan στα ναρκωτικά («it sucked you in, it drugged you down») και του πολυετούς φλερτ με την αυτοκαταστροφή («death becomes me»). Το τραγούδι που επανέφερε τη μπάντα στο βρετανικό top-10 ακολουθεί το οικεία απόκοσμο μοτίβο που τόσο αγαπάει ο Martin Gore και που τόσο εύστοχα μεταφέρει ερμηνευτικά ο Gahan, το οποίο θα συνεχιζόταν και στα υπόλοιπα τραγούδια που απαρτίζουν το άλμπουμ Exciter

Suffer Well (2006)

Μετά το “Just Can’t Get Enough” ήταν η πρώτη φορά που ο Martin Gore άφησε τα σκήπτρα της σύνθεσης, τα οποία και ανέλαβε ο  Dave Gahan ‒προκειμένου ν’ αποδείξει ότι δεν είναι απλά μια φωνή‒ σε συνεργασία με δύο μουσικούς που ουδεμία σχέση είχαν με τους Depeche Mode, τους Andrew Phillpott & Christian Eigner.

Το “Suffer Well” από το άλμπουμ Playing The Angel ήταν εξολοκλήρου γραμμένο πάνω στις απανωτές κρίσεις που περνούσε ο Gahan στον γάμο με την τότε σύζυγό του Jennifer Sklias, η οποία και εμφανίζεται στο βιντεοκλίπ τόσο ως ο εαυτός της, όσο και ως άγγελος. Έναν χρόνο μετά την κυκλοφορία του, το τραγούδι βρέθηκε υποψήφιο στην κατηγορία Best Dance Recording στα Grammy (όπου χάνει από τον Justin Timberlake) και ο Gahan παίρνει διαζύγιο, επαληθεύοντας τους στίχους.

Wrong (2009)

Το “Wrong” ήταν το πρώτο single από το άλμπουμ Sounds Οf The Universe· και διατηρεί μεν το συμπαγές electro-rock κέλυφος που ανέπτυξε το γκρουπ από το Violator και μετά, ρίχνει δε κλεφτές ματιές και στο synth παρελθόν. Με μια βαρύγδουπη εισαγωγή που θυμίζει χορό αρχαίας τραγωδίας είναι –όπως είχε παραδεχτεί ο Martin Gore σε συνέντευξή του– «σαν καμπανάκι που μερικές φορές χτυπά μέσα σου και σου υπενθυμίζει ότι κάπου έκανες κάτι λάθος, είτε είναι μια κακή επιλογή δουλειάς ή συντρόφου. Είναι η διαδικασία της συνειδητοποίησης και της αφύπνισης που αναπτύσσεται όταν δεις ότι κάπου έκανες κάτι λάθος». 

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Η «διαγαλαξιακή επίκληση των Ολύμπιων θεών» που έκανε ο Βαγγέλης Παπαθανασίου στη Μυθωδία έχει ...

Το walkman ήρθε να κουμπώσει πάνω στη δεκαετία του 1980, όταν ο ατομικισμός έγινε το κατ' εξοχήν

Δεν ήταν λίγες οι φορές που μια διασκευή ξεπέρασε σε δημοτικότητα και αποδοχή το πρωτότυπο ή και

FEATURED TODAY

Γιατί έχουμε indie μουσική με ελληνικό στίχο; Έχει αλλάξει playlist ο Μελωδία και δεν το έχουμε καταλάβει; Πρόκειται για ρομαντισμό; Ή είναι κλασική «μπας και
Έχουν αφήσει ανεξίτηλο στίγμα, ασκώντας εμφανή επιρροή ακόμα και σήμερα. Με αφορμή λοιπόν τη νέα τους έλευση στα μέρη μας (Σάββατο 26 Οκτωβρίου, Fuzz),
Αν και η προσέλευση στο Παλλάς δεν κρίνεται ιδιαίτερα ικανοποιητική, ο Βέλγος μινιμαλιστής έδωσε ένα στοχαστικό, ραφινάτο και γενναιόδωρο κονσέρτο, με το
Top
Στo avopolis.gr χρησιμοποιούμε cookies για να διασφαλίσουμε την εύρυθμη λειτουργία του site και την καλύτερη εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την πλοήγησή σας στο site, αποδέχεστε τη χρήση των cookies και την πολιτική απορρήτου. More details…